- καταβυρσόω
- κατα-βυρσόω, ganz mit Leder überziehen; τὸ σῶμα τοῦ Κλεομένους κρεμάσαι καταβυρσώσαντας, in ein Fell eingenäht aufhängen
Wörterbuch altgriechisch-deutsch . 2010.
Wörterbuch altgriechisch-deutsch . 2010.
καταβυρσώσαντας — καταβυρσόω cover with hides aor part act masc acc pl καταβυρσόω cover with hides aor part act masc acc pl … Greek morphological index (Ελληνική μορφολογικούς δείκτες)
κατεβύρσωσαν — καταβυρσόω cover with hides aor ind act 3rd pl … Greek morphological index (Ελληνική μορφολογικούς δείκτες)